Την είδε να κάθεται σιωπηλή στο παγκάκι.

Την είδε να μην τον κοιτά.

Να μην νοιάζεται.
Να γυρίζει το κεφάλι της προς το μέρος του, με κίνηση που ‘ταν σα σιωπή.

Τα μάτια της, που δεν τον κοιτάζουνε, κενά από αδιαφορία.
Τα χέρια  παγωμένα.
Είναι θάνατος η λήθη.

Τα πόδια του, παγωμένα, τα γόνατα κομένα.
Ό,τι τον ξύπναγε κάθιδρο, τα μεσάνυχτα,
Στεκότανε απέναντι του, πίσω από ένα βλέμα που δε γυρίζει να ανταμώσει το δικό του.

Την είδε να κάθεται σιωπηλή στο παγκάκι.

Τα βήματά του, σα μωρού που μόλις έμαθε να περπατάει, τον φέρανε κοντά της.
Το κεφάλι του χαμήλωσε.
Το λόγια του, αντήχησαν στα αυτιά της.

Κι ας μη με κοίταξες ποτέ, σε συγχωρώ. Βλέπεις, δεν κοίταξα ποτέ κι εγώ τον εαυτό μου…

Τα αβεβαια βήματα απομακρύνθηκαν.
Το παγκάκι έμεινε πίσω.
Το ίδιο κι εκείνη.

Αυτός δε θα γυρνούσε ποτέ να την ξανακοιτάξει, το ‘ξερε.
Μα ένοιωσε τα μάτια της, για πρώτη φορά, στην πλάτη να τον κοιτάνε.
Με την ευγνωμοσύνη της συγχώρεσης, να χαμογελάνε.
Να λένε το αντίο που του χρειαζότανε, μα χρόνια ολόκληρα, δεν είχε μάθει πώς να ζητήσει.

Από αυτό που δεν μπορούσε να αποδεχτεί πως δεν ήταν δικό του,
Να προχωρήσει.

Κι η απάντηση ήταν η αλήθεια.

Δεν έβλεπε αληθινά, ήταν σίγουρος πια.

Στο επόμενο παγκάκι, έκατσε, άνοιξε τα μάτια, και άρχισε να κοιτά.

Έκατσε αμίλητος.
Μα σταμάτησε να νοιώθει την ανάγκη να μιλήσει, καθώς είδε τις κορύφές των δέντρων,
Να χορεύουνε στον άνεμο.
Ο νους του δε μιλούσε πια.
Γαλήνιος.
Με μάτια ανοιχτά,
Να αναζητά τα πάντα, και μέσα σε αυτά, τον εαυτό του.

Μια παρέα έφηβους περάσανε με φωνές, και πειραχτά.
Για μια στιγμή ησυχάσανε, τον κοιτάξανε και βάλανε τα γέλια, καθώς τον αφήσανε πίσω.

Ένα ζευγάρι μάτια μοναχά γύρισε για μια στιγμή.

Τον είδε να κάθεται σιωπηλός στο παγκάκι.

Τον είδε να κοιτά.

Advertisements