Το σώμα μου είναι ο τοίχος τουαλέτας δημόσιου αποχωρητηρίου

Οπου με μαρκαδόρους μελανούς,
Στον ωχρό σοβά, γράφω τις μαλακίες του μυαλού μου
Χαράσσω τις ζωγραφιές των πατεράδων μου
Περιγράφω το χαμόγελο της μάνας μου.

Γράφω, όπως μου ‘δειξε ο Bύρωνας, για τα σκατά
Που από μέσα μου ζορίζομαι να βγάλω.

Αφήνω δίστιχα να ‘χει να διαβάζει ο άνθρωπος που θα θρει πάνω στο κορμί μου να αλαφρώσει.

Το σώμα μου είναι τοίχος μουντζουρωμένος και ζωγραφιστός
Με μαύρο μελάνι γραμμένα,
Τέρατα και Δαιμόνια και λόγια που φάνηκαν βαθιά.

Κι η κυρά, η Cloacina, να ζητάει πρόσφορα συνεκτικά,
Να τα πάρουν τα νερά.

Της ανάγκης τα παράγωγα, ορνιθοσκαλισμένα.
Τόσο βαθιά, που πάνω μου είναι γραμμένα,
εφήμερα.

Και που ο χρόνος θα τα σβήσει, σα σβήσω κι εγώ.
Ένα πατσαβούρι μουλιασμένο στη χλωρίνη,
Σε χέρι βαριεστημένο.

Που πασαλείφει τ’ άσπρο πλακάκι με μελάνι που δε λέει να βγει.

Που προσπαθεί να ασπρίσει τον τοίχο τον ωχρό.
Καθώς σβήνει τις μουντζούρες, σβήνει και το κορμί μου.

Κι ας είμαι βάνδαλος
Κι ας γράφω τη μαλακία μου κι εγώ, όπως ο κάθε ένας περαστικός στον καμπινε.
Κι ας σβήσει και ο τοίχος, και οι μουντζούρες.

Σ’ αυτό το αποχωρητήριο , το δικό μου, που ‘καμα δημόσιο, για να μην είμαι μόνος,
κάνω την ανάγκη μου.
Κι όσο ακόμα κρατάω μαρκαδόρο,
Μονάχα βγάζω την ανάγκη μου, στον τοίχο.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

O Cloacina, Goddess of this place,
Look on thy suppliants with a smiling face.
Soft, yet cohesive let their offerings flow,
Not rashly swift nor insolently slow.

— Lord Byron (1788-1824)

Advertisements