Αναζήτηση

ΣΚΕΨΙΛΟΓΙΟ

Words are the Daemons of the Blank Sheet

That, Which is Late to Join the Feast of Words

Most recent rambling:

Pages:
Choose Your Weapon, Man

Posts:

Αυταναφορικός Διαλογισμός

Αφορισμός σε Ασπρο Πλακακι

A Note Found In The Back Of A Mind Someone Left Open

Advertisements
Featured post

Αυταναφορικός Διαλογισμός

Την είδε να κάθεται σιωπηλή στο παγκάκι.

Την είδε να μην τον κοιτά.

Να μην νοιάζεται.
Να γυρίζει το κεφάλι της προς το μέρος του, με κίνηση που ‘ταν σα σιωπή.

Τα μάτια της, που δεν τον κοιτάζουνε, κενά από αδιαφορία.
Τα χέρια  παγωμένα.
Είναι θάνατος η λήθη.

Τα πόδια του, παγωμένα, τα γόνατα κομένα.
Ό,τι τον ξύπναγε κάθιδρο, τα μεσάνυχτα,
Στεκότανε απέναντι του, πίσω από ένα βλέμα που δε γυρίζει να ανταμώσει το δικό του.

Την είδε να κάθεται σιωπηλή στο παγκάκι.

Τα βήματά του, σα μωρού που μόλις έμαθε να περπατάει, τον φέρανε κοντά της.
Το κεφάλι του χαμήλωσε.
Το λόγια του, αντήχησαν στα αυτιά της.

Κι ας μη με κοίταξες ποτέ, σε συγχωρώ. Βλέπεις, δεν κοίταξα ποτέ κι εγώ τον εαυτό μου…

Τα αβεβαια βήματα απομακρύνθηκαν.
Το παγκάκι έμεινε πίσω.
Το ίδιο κι εκείνη.

Αυτός δε θα γυρνούσε ποτέ να την ξανακοιτάξει, το ‘ξερε.
Μα ένοιωσε τα μάτια της, για πρώτη φορά, στην πλάτη να τον κοιτάνε.
Με την ευγνωμοσύνη της συγχώρεσης, να χαμογελάνε.
Να λένε το αντίο που του χρειαζότανε, μα χρόνια ολόκληρα, δεν είχε μάθει πώς να ζητήσει.

Από αυτό που δεν μπορούσε να αποδεχτεί πως δεν ήταν δικό του,
Να προχωρήσει.

Κι η απάντηση ήταν η αλήθεια.

Δεν έβλεπε αληθινά, ήταν σίγουρος πια.

Στο επόμενο παγκάκι, έκατσε, άνοιξε τα μάτια, και άρχισε να κοιτά.

Έκατσε αμίλητος.
Μα σταμάτησε να νοιώθει την ανάγκη να μιλήσει, καθώς είδε τις κορύφές των δέντρων,
Να χορεύουνε στον άνεμο.
Ο νους του δε μιλούσε πια.
Γαλήνιος.
Με μάτια ανοιχτά,
Να αναζητά τα πάντα, και μέσα σε αυτά, τον εαυτό του.

Μια παρέα έφηβους περάσανε με φωνές, και πειραχτά.
Για μια στιγμή ησυχάσανε, τον κοιτάξανε και βάλανε τα γέλια, καθώς τον αφήσανε πίσω.

Ένα ζευγάρι μάτια μοναχά γύρισε για μια στιγμή.

Τον είδε να κάθεται σιωπηλός στο παγκάκι.

Τον είδε να κοιτά.

Αφορισμός σε Ασπρο Πλακακι

Το σώμα μου είναι ο τοίχος τουαλέτας δημόσιου αποχωρητηρίου

Οπου με μαρκαδόρους μελανούς,
Στον ωχρό σοβά, γράφω τις μαλακίες του μυαλού μου
Χαράσσω τις ζωγραφιές των πατεράδων μου
Περιγράφω το χαμόγελο της μάνας μου.

Γράφω, όπως μου ‘δειξε ο Bύρωνας, για τα σκατά
Που από μέσα μου ζορίζομαι να βγάλω.

Αφήνω δίστιχα να ‘χει να διαβάζει ο άνθρωπος που θα θρει πάνω στο κορμί μου να αλαφρώσει.

Το σώμα μου είναι τοίχος μουντζουρωμένος και ζωγραφιστός
Με μαύρο μελάνι γραμμένα,
Τέρατα και Δαιμόνια και λόγια που φάνηκαν βαθιά.

Κι η κυρά, η Cloacina, να ζητάει πρόσφορα συνεκτικά,
Να τα πάρουν τα νερά.

Της ανάγκης τα παράγωγα, ορνιθοσκαλισμένα.
Τόσο βαθιά, που πάνω μου είναι γραμμένα,
εφήμερα.

Και που ο χρόνος θα τα σβήσει, σα σβήσω κι εγώ.
Ένα πατσαβούρι μουλιασμένο στη χλωρίνη,
Σε χέρι βαριεστημένο.

Που πασαλείφει τ’ άσπρο πλακάκι με μελάνι που δε λέει να βγει.

Που προσπαθεί να ασπρίσει τον τοίχο τον ωχρό.
Καθώς σβήνει τις μουντζούρες, σβήνει και το κορμί μου.

Κι ας είμαι βάνδαλος
Κι ας γράφω τη μαλακία μου κι εγώ, όπως ο κάθε ένας περαστικός στον καμπινε.
Κι ας σβήσει και ο τοίχος, και οι μουντζούρες.

Σ’ αυτό το αποχωρητήριο , το δικό μου, που ‘καμα δημόσιο, για να μην είμαι μόνος,
κάνω την ανάγκη μου.
Κι όσο ακόμα κρατάω μαρκαδόρο,
Μονάχα βγάζω την ανάγκη μου, στον τοίχο.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

O Cloacina, Goddess of this place,
Look on thy suppliants with a smiling face.
Soft, yet cohesive let their offerings flow,
Not rashly swift nor insolently slow.

— Lord Byron (1788-1824)

A Note Found In The Back Of A Mind Someone Left Open

…or How To Make The Phobics Choke On Their Fear

One interesting way to abolish this ever-growing conservative fear of the naked female form, would be for all men, to start uploading as many picture of the naked male body, and make that shit viral in all media.

Then, those conservatives, scared shitless by the possibility of the corruption of Fucking Children and a collapse of proper hetero norms, will have no choice but to end this ancient prohibition, and liberate the image of the naked female body, to keep our young men straight.

If you want to break them, start liking, without fear or guilt, what scares the shit out of them.

The taste of Ash That Sour fruit Have Amassed

‘It always starts as thick lines, that seem to serve no purpose, until you realise that in the end, the lines were thin as spider silk, but you were standing too close to notice’

As It was taken from your deep, pathetic mind

As it was stricken from the horrors of your time

You wonder once and wonder twice

What’s being left of your alibis

[…]

Για τον κυριο Θαναση Βεγγο

Αχ, καλέ μου άνθρωπε…
Καλέ, Γλυκέ μου Άνθρωπε.

Εσένα που τα φράγκα δε σε νοιάξανε ποτέ,
Καθώς το γέλιο έτρεχες να φέρεις.

Μέσα από ασπρόμαυρα κάδρα
Με το κεφάλι περνώντας μέσα από τζαμαρίες.

Κι είχες πει, μέσα σε μια στιγμή

«Ωραίος είμαι!»

Κρατώντας το σπασμένο γυαλί που παραλίγο να σου κόψει το κεφάλι.
Ατρόμητος.
Χαμογελώντας, όπως πάντα.

Με μάτια ολοκάθαρα, φωτεινά.

Χαμογελώντας
Γελώντας με το κάθε τι.
Κάνοντας αστεία με το τραγικό.

Κλαίγοντας με το ελαφρύ και το περαστικό, το εφήμερο.

Αχ, καλέ μου Άνθρωπε,
Πολύκαρπε, Θρασύβουλα, Σίφουνα και Βόμπα.

Που ποτέ δε σταμάτησες να τρέχεις, καθώς ήθελες να προλάβεις κι άλλο από τη ζωή.

Που την αγάπησες τόσο,
Που την έκανες όμορφη και γι΄ άλλους.

Που μέσα από ανέχεια και χρέη μεγάλωσες παιδιά που ποτέ δεν αισθάνθηκαν κάτι να τους λείπει.

Μα που πάνω στο πανί,
Το χέρι ύψωσες το γιο σου τον ίδιο,
Όταν τον αντίκρυσες μασκαρεμένο ναζί.

Που τον κυνηγό κέρασες το Άγιο Τσιπουράκι,
Σα ξένιος Δίας.
Και σα Νεφεληγερέτης, του τη μπουμπούνισες
Για μια νανόχηνα.
Γιατί δεν άντεξες την άδικη τη βία.

Αχ, Καλέ, Γλυκέ μου,
Υπέροχέ μου Άνθρωπε!

Που οι φίλοι σου, όσοι σε ξέραν, κι όσοι σε είδαν μονάχα στο πανί,
Με δάκρυα σε αποχαιρετήσανε.
Μαζί τους κι εγώ, από μια γωνιά.

Να περιμένω να ακουστεί από τα μεγάφωνα συναγερμός,
Καθώς φωνάζεις ΒΟΥΡ!
Και πέφτεις με φόρα στα νερά του Αχέροντα.

Δάκρυα όχι επειδή φοβήθηκες το θάνατο, και τον πόνο.
Άλλωστε, ούτε η Μακρόνησος δεν ήτανε ικανή να σε λυγίσει.

Μα γιατί μας έμαθες την ανθρωπιά.
Και πως όλα ειν’ αστεία.
Ακόμα και τα σοβαρά.

Μου λείπεις, Καλέ, Γλυκέ μου Ήρωα
Μου λείπεις ρε Θανάση.

Γι αυτό και εγώ σου υπόσχομαι
Πως ζωντανό μέσα μου θα σε κρατώ
Και όσους το ζητάνε
Όπως κι εσύ,
Στη σειρά θα τους στήνω
Για χαστούκι διπλό.

Και δε θα φοβηθώ.
Ξέρω το μυστικό, εσύ μου το ΄πες:

«Το μόνο σίγουρο πράγμα στη Ζωή, είναι ο θάνατος!»

Γι αυτό και σαν εσένα, θα τρέχω, όσο ζω.

Καλέ, Γλύκέ μου

Άνθρωπε.

Για το 1984, απο τον Aldous Huxley

Ράιτγουντ, Καλιφόρνια,
21η Οκτωβρίου 1949
Αγαπητέ κύριε Όργουελ,

Ήταν ιδιαίτερα ευγενικό από μέρους σας, να πρακινήσετε τους εκδότες σας να μου στείλουν ένα αντίγραφο του βιβλίου σας. Έφτασε σε εμένα καθώς είμαι εν μέσω μιας παραγωγικής διαδικασίας η οποία απαιτεί πολλή μελέτη και αναφορά σε πηγές, και καθώς η κακή όραση μου, μου επιβάλλει τον καταμερισμό των αναγνωσμάτων μου, έπρεπε να περιμένω για πολύ καιρό, μέχρι να έχω την ευκαιρία να επισκεφθώ το Χίλια Εννιακόσια Ογδόντα Τέσσερα.

Καθώς συμφωνώ με όσα οι κριτικοί έχουνε ήδη γράψει για αυτό, θεωρώ άσκοπο να σας εκφράσω το πόσο εξαίρετο, και εξαιρετικά σημαντικό, είναι το βιβλίο αυτό. Θα μου επιτρέπατε, αντ’ αυτού, να στοχεύσω το λόγο μου, στο θέμα το οποίο το σύγγραμμα πραγματεύεται – την απόλυτη επανάσταση; Οι πρώτες ανιχνεύσεις μιας φιλοσοφίας της απόλυτης επανάστασης, της επανάστασης που εδράζεται πέρα από την πολιτική και τα οικονομικά – και η οποία στοχεύει στην ολοκληρωτική ανατροπή της ψυχολογίας και φυσιολογίας του ατόμου – εντοπίζονται στα γραπτά του μαρκησίου Des Sades, ο οποίος θεωρούσε εαυτόν, ως το συνεχιστή και ολοκληρωτή της συλλογιστικής του Robespierre και του Babeauf. Η φιλοσοφία της άρχουσας μειοψηφίας στο Χίλια Εννιακόσια Ογδόντα Τέσσερα, είναι ένας σαδισμός, που έχει οδηγηθεί στη λογική του κατάληξη, πηγαίνοντας πέρα από το σεξ, και απορρίπτοντας το. Το εάν η πολιτική της μπότας στο πρόσωπο όμως, δύναται να συνεχιστεί επ’ αόριστον, στην πραγματικότητα, είναι μάλλον αμφισβητήσιμο. Προσωπική μου πεποίθηση, είναι πως η άρχουσα ολιγαρχία, θα βρει λιγότερο καταβλητικούς και περισσότερο αποδοτικούς τρόπους διακυβέρνησης και ικανοποίησης της λαγνείας της για την εξουσία, τρόπους που θα προσομοιάζουν σε αυτούς που περιέγραφα στον Γενναίο Νεό Κόσμο. Είχα, πρόσφατα, την ευκαιρία να διερευνήσω την ιστορία της ζωικού μαγνητισμού και του υπνωτισμού των ζώων, και μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, ο τρόπος με τον οποίο, εδώ και εκατόν πενήντα χρόνια, ο κόσμος αρνείται να συμπεριλάβει στο συνειδητό του τις ανακαλύψεις των Mesmer, Braille και Esdaile, καθώς και των λοιπών συναδέλφων τους.

Κυρίως εξ’ αιτίας του επικρατούντως υλισμού, και επί μέρους, εξ’ αιτίας της επικρατούσας ευπρέπειας, οι φιλόσοφοι του δεκάτου ένατου αιώνα, και οι άνθρωποι της επιστήμης, δεν εξέφρασαν ουδέποτε τη διάθεση να διερευνήσουν τα πιο περίεργα δεδομένα της ψυχολογίας για τους πρακτικούς ανθρώπους, όπως είναι οι πολιτικοί, οι στρατιώτες και οι αστυνομικοί, ώστε να εφαρμοστούν στη σφαίρα της διακυβέρνησης. Χάριν της οικειοθελούς άγνοιας των πατέρων μας, η άφιξη της απόλυτης επανάστασης, καθυστέρησε πέντε με έξι γενεές. Ένα ακόμα ευτυχές ατύχημα, το γεγονός ότι ο Freud δε στάθηκε ικανός να επιτύχει την ύπνωση,πράγμα που οδήγησε, στη συνέχεια, στη απορριπτική στάση του προς τον υπνωτισμό. Αυτό, καθυστέρησε τη γενική εφαρμογή του υπνωτισμού στην ψυχιατρική, για τουλάχιστον σαράντα χρόνια. Μα τώρα, η ψυχοανάλυχη συνδυάζεται με την ύπνωση. Και η ύπνωση έχει διευκολυνθεί και δύναται να επεκταθεί επ’ αόριστον, μέσω της χρήσης των βαρβιτουρικών, τα οποία επιφέρουν μια υπνοειδή και ευεπηρρέαστη κατάσταση, ακόμα και στα πλέον μη συνεργάσιμα πειραματικά υποκείμενα.

Θεωρώ πως, κατά τη διάρκεια της επόμενης γενιάς, οι κυβερνώντες τον κόσμο, θα ανακαλύψουν πως η συμπεριφοριακή διαμόρφωση του ατόμου από τη βρεφική ηλικία και η ναρκοΰπνωση, είναι μακράν αποδοτικότερα εργαλεία διακυβέρνησης από τα ρόπαλα και τις φυλακές, και πως η λαγνεία για την εξουσία, μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως, υποβάλλοντας στους ανθρώπους την αγάπη για την υποτέλειά τους, αντί να τους μαστιγώνουν και να τους κλωτσούν εως ότου να υποταχθούν. Με άλλα λόγια, διαισθάνομαι ότι είναι προδιαγεγραμμένο πως ο εφιάλτης του Χίλια Εννιακόσια Ογδόντα Τέσσερα θα μετασχηματιστεί στον εφιάλτη ενός κόσμου, ο οποίος προσομοιάζει μάλλον σε αυτόν που φαντάστηκα στο Γενναίο Νέο Κόσμο. Η αλλαγή, θα επιφερθεί σαν αποτέλεσμα μιας περισσότερο αντιληπτής ανάγκης για αποδοτικότητα. Εν τω μεταξύ, βεβαίως, ενδέχεται να συμβεί ένας μεγάλης κλίμακας βιολογικός και ατομικό πόλεμος – όπου σε αυτή την περίπτωση θα έχουμε εφιάλτες άλλων ειδών, τους οποίους μετά βίας μπορούμε να φανταστούμε.

Σας ευχαριστώ ξανά, για το βιβλίο.

Δικός σας,

Aldous Huxley.

ΣτΜ:

Θέλω να ευχαριστήσω το Letters of Note, που έφερε το αυθεντικό κείμενο στα μάτια μου.

For Pávlos

For Pávlos

Rest, now, Killah P
We will carry all the rage.

The song is named Δεν Πα Να Μας Χτυπαν [Then Pa Na Mas Chtypán - So Let Them Strike Us]
by greek anarchist songwriter Nikólas Ásimos, translated crudely by yours truly.

«So let them strike us with cannonballs and mortars.
So let them take away our best years.
And all these who say to us, they want what’s good for us,
They never listen to our cry for what is fair.

This, is not living, and when our bosses,
Give us an unfair pay, for a whole day’s work.
They celebrate in glee, as each day we ache and worry,
If we will keep our jobs, and put food on the table.

Let us put our fair cry out, to the streets!
Gunpowder and fire for the state and police!
We know all to well, this master of our land.
We have been taught, all to well, by the bloody November.

So let them strike us with cannonballs and mortars.
So let them take away our best years.
We will put forth the flag that’s black and red.
For all of us, for a life thats new, and free.

«On our comrades’ bloody shirts,
We would sit together, at nights,
and draw images of the happy world, that is coming tomorrow.

And so, our flags were born.»

We will bring forth the flag that’s black and red.
To fight, is what we all need, to be free.»

A Poet’s Dying Rhyme

Once,
It was told
That we would manage to be proud
And bold.
It was told,
In scrolls of old.
Told by mouths that would, eventually, be sold.
Brought,  by those that cannot hold
dear, all that rests, in Time’s obscure and immaterial fold.
It was told
That over the fire,  and the cold,
The warmth within us,  would absolve
our wrongs, and rights, and deeds of old.
So many years ago,  it has been told,
but none had known that nothing is as passing as someone ‘s word.
Though we may live in turmoil,
and die,  by the sword,
What happens, is what’s real,
Not what’s been told.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑